Blatt

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Blatt die Blätter
γενική des Blatts
des Blattes
der Blätter
δοτική dem Blatt den Blättern
αιτιατική das Blatt die Blätter

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Blatt 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Blatt (de) ουδέτερο

  • το φύλλο
    ein Blatt Papier - ένα φύλλο χαρτί