Gefängnis

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Gefängnis die Gefängnisse
γενική des Gefängnisses der Gefängnisse
δοτική dem Gefängnis den Gefängnissen
αιτιατική das Gefängnis die Gefängnisse

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Gefängnis (de) ουδέτερο

  1. φυλακή, κράτηση