Großtante

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Großtante die Großtanten
γενική der Großtante der Großtanten
δοτική der Großtante den Großtanten
αιτιατική die Großtante die Großtanten

Großtante (de) θηλυκό

  1. η αδελφή του παππού
  2. η αδελφή της γιαγιάς

Αντώνυμα[επεξεργασία]