Mark

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: mark

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Mark (fr)

  1. ανδρικό όνομα, Μάρκος



Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Mark (de)

  1. ανδρικό όνομα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Mark (de) θηλυκό

es kostete eine Mark - κόστιζε ένα μάρκο
  • το σύνορο
  • η μαρκιωνία, περιοχή που όριζε ένας μαρκήσιος (ακριτική περιοχή, καθώς το όνομα εκπορεύεται από την έννοια ως σύνορο)