Nutzen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: nutzen

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Nutzen -
γενική des Nutzens -
δοτική dem Nutzen -
αιτιατική den Nutzen -

Nutzen (de) αρσενικό

  1. χρήση
  2. ενδιαφέρον, χρησιμότητα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]