Teilchen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Teilchen < Teil + -chen

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Teilchen die Teilchen
γενική des Teilchens der Teilchen
δοτική dem Teilchen den Teilchen
αιτιατική das Teilchen die Teilchen

Teilchen (de) ουδέτερο

  1. σωματίδιο

Σύνθετα[επεξεργασία]