Teil

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Teil die Teile
γενική des Teils
des Teiles
der Teile
δοτική dem Teil den Teilen
αιτιατική den Teil die Teile

Teil (de) αρσενικό

Σύνθετα[επεξεργασία]