Μετάβαση στο περιεχόμενο

Teil

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Teil die Teile
γενική des Teils
Teiles
der Teile
δοτική dem Teil
Teile
den Teilen
αιτιατική den Teil die Teile
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das Teil die Teile
γενική des Teils
Teiles
der Teile
δοτική dem Teil
Teile
den Teilen
αιτιατική das Teil die Teile

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Teil < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική teil < παλαιά άνω γερμανική teil [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /taɪ̯l/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Teil (de) αρσενικό ή ουδέτερο

  1. (αρσενικό γένος)
    α) μέρος, τμήμα ενός συνόλου
    παράδειγμα Das Wohnzimmer ist der hellste Teil der Wohnung.
    Το σαλόνι είναι το πιο φωτεινό μέρος του διαμερίσματος.
     συνώνυμα: Element, Stück
    β) μέλος μιας ομάδας
    παράδειγμα Dein Vater war ein wichtiger Teil der Gemeinschaft.
    Ο πατέρας σου ήταν ένα σημαντικό μέλος της κοινότητας.
  2. (ουδέτερο γένος)
    α) κομμάτι ενός αντικείμενου
    παράδειγμα Die Maschine benötigt ein neues Teil, um zu funkionieren.
    Το μηχάνημα χρειάζεται ένα καινούργιο εξάρτημα για να λειτουργήσει.
     συνώνυμα: Stück
    β) (προφορικό) πράγμα, αντικείμενο
     συνώνυμα: Ding
  3. (αρσενικό ή και ουδέτερο γένος)
    το μερίδιο
    παράδειγμα Du musst dein(en) Teil der Arbeit beitragen.
    Πρέπει να συνεισφέρεις το μερίδιο σου της δουλειάς.
     συνώνυμα: Anteil

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Teil στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Teil - Duden online.
  2. Teil @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).