aukcja

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική aukcja aukcje
γενική aukcji aukcji(/aukcyj)
δοτική aukcji aukcjom
αιτιατική aukc aukcje
οργανική aukc aukcjami
τοπική aukcji aukcjach
κλητική aukcjo aukcje

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

aukcja < γερμανική Auktion

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈawkʦ̑ʲja/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aukcja (pl) θηλυκό

  1. ο πλειστηριασμός

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]