bomber

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bomber (en)

a suicide bomber - βομβιστής αυτοκτονίας

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /?/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bomber (fr)

  1. φουσκώνω, κυρτώνω
  2. (οικείο) κάνω γρήγορα, γκαζώνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]