disorder

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
disorder disorders

Ετυμολογία [επεξεργασία]

disorder < dis- + order

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

disorder (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  1. (μη μετρήσιμο) η ακαταστασία, η αταξία
    The room was in such disorder that she was ashamed to ask him in.
    Το δωμάτιο ήταν σε τέτοια ακαταστασία που ντρεπόταν να του πει να περάσει μέσα.
    He took over management of the business himself, in order to bring some order into the disorder that prevailed.
    Aνέλαβε ο ίδιος τη διεύθυνση της επιχείρησής του, για να βάλει κάποια τάξη στην αταξία που επικρατούσε.
     συνώνυμα: chaos, disarray, disorganization, hot mess, mess, shambles
  2. (ιατρική, μετρήσιμο) η διαταραχή
    a disorder of the digestive system - διαταραχή του πεπτικού συστήματος

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 23, 230. ISBN 9780194325684. , λήμμα: ακαταστασία, διαταραχή