drip
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| drip | drips |
drip (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | drip |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | drips |
| αόριστος | dripped |
| παθητική μετοχή | dripped |
| ενεργητική μετοχή | dripping |
drip (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) στάζω, παράγω ή αφήνω να πέσουν σταγόνες υγρού
The tap is dripping.
- Η βρύση στάζει.
I was dripping with sweat.
- Έσταζα ιδρώτα.