góra
Εμφάνιση
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | góra | góry |
| γενική | góry | gór |
| δοτική | górze | górom |
| αιτιατική | górę | góry |
| οργανική | górą | górami |
| τοπική | górze | górach |
| κλητική | góro | góry |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]góra < από την πρωτοσλαβική gora
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]góra (pl) θηλυκό
- (γεωγραφία) βουνό, όρος
- το πάνω μέρος
- (μεταφορικά) διευθυντική αρχή, οι από πάνω