limus
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- limus < πρωτοϊταλική *līmos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *Heh₃l-
Επίθετο
[επεξεργασία]limus (la)
Κλίση
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- limus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂leyH-
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]limus (la) αρσενικό
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | limus | limī |
| γενική | limī | limōrum |
| δοτική | limō | limīs |
| αιτιατική | limum | limōs |
| κλητική | lime | limī |
| αφαιρετική | limō | limīs |
Πηγές
[επεξεργασία]- limus - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.