mina

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική mina miny
γενική miny min
δοτική minie minom
αιτιατική minę miny
οργανική miną minami
τοπική minie minach
κλητική mino miny

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmʲĩna/
mina 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mina (pl) θηλυκό

  1. η γκριμάτσα, ο μορφασμός
  2. το ύφος, η έκφραση του προσώπου
  3. η νάρκη (εκρηκτικός μηχανισμός)