μορφασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μορφασμός οι μορφασμοί
      γενική του μορφασμού των μορφασμών
    αιτιατική τον μορφασμό τους μορφασμούς
     κλητική μορφασμέ μορφασμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μορφασμός < ελληνιστική κοινή μορφασμός < αρχαία ελληνική μορφάζω μορφή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μορφασμός αρσενικό

  1. η προσωρινή αλλοίωση των συνηθισμένων χαρακτηριστικών του προσώπου, με ανάλογη σύσπαση των μυών, είτε με τη θέλησή μας είτε λόγω ενστικτώδους αντίδρασης, που οφείλεται ή θέλει να δείξει κάποιο έντονο αίσθημα ή συναίσθημα
  2. η γκριμάτσα, το στραβομουτσούνιασμα
  3. έκφραση προσώπου

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]