mob

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mob (en)

  1. όχλος, μάζα
     συνώνυμα: rabble
  2. the mob, the Mafia: μαφία, εγκληματική οργάνωση
  3. (Αυστραλία) κοπάδι ζώων

Ρήμα[επεξεργασία]

mob (en)

  1. στριμώχνω, στριμώχνομαι
  2. μου την πέφτει πλήθος, την πέφτουμε σε κάποιον ή κάποιους, έρχονται πολλοί καταπάνω ή απλά υπάρχουν πολλοί καθώς περνώ