monitor

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

monitor < λατινική monitor

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmɒnɨtə/
ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
monitor monitors

monitor (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας monitor
γ΄ ενικό ενεστώτα monitors
αόριστος monitored
παθητική μετοχή monitored
ενεργητική μετοχή monitoring

monitor (en)



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

monitor (la) αρσενικό

  1. ο επόπτης

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

monitor (ro) αρσενικό

  1. ο επόπτης

Κλίση[επεξεργασία]


Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

monitor (cs) αρσενικό

  1. ο επόπτης