επόπτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επόπτης < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επόπτης αρσενικό

  1. πρόσωπο που ασκεί την εποπτεία χώρου ή διαδικασίας.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]