επόπτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐπόπτης

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο επόπτης οι επόπτες
      γενική του επόπτη των εποπτών
    αιτιατική τον επόπτη τους επόπτες
     κλητική επόπτη επόπτες
όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επόπτης < αρχαία ελληνική ἐπόπτης < ἐφοράω / ἐφορῶ < ἐπί + ὁράω / ὁρῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική inspecteur)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επόπτης αρσενικό (θηλυκό: επόπτρια)

  1. πρόσωπο που ασκεί την εποπτεία χώρου ή διαδικασίας, που εποπτεύει
  2. (στρατιωτικός όρος) ο ανώτερος ιεραρχικά αξιωματικός που φροντίζει για την ασφάλεια και τη διοίκηση ενός στρατοπέδου για κάποιο χρονικό διάστημα
  3. (αθλητισμός) (ποδόσφαιρο) βοηθός διαιτητή που εποπτεύει αν η μπάλα βγήκε έξω από τις πλαϊνές γραμμές του γηπέδου και συνδράμει γενικά το έργο του διαιτητή
     συνώνυμα: λάισμαν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]