mount
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| mount | mounts |
mount (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | mount |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | mounts |
| αόριστος | mounted |
| παθητική μετοχή | mounted |
| ενεργητική μετοχή | mounting |
mount (en)
- ανεβαίνω (π.χ σκαλιά, στη σέλα ενός αλόγου), καβαλάω
He mounted his motorcycle and left in a flash.
- Καβάλησε τη μοτοσικλέτα του κι έφυγε σαν αστραπή.
- στερεώνω ένα αντικείμενο σε μια βάση
- συναρμολογώ, μοντάρω
- (πληροφορική) προσαρτώ μια μονάδα αποθήκευσης ώστε να αναγνωρίζεται από το λειτουργικό σύστημα
- (αργκό) καβαλάω (έρχομαι σε σεξουαλική επαφή)
- εξαπολύω στρατιωτική επίθεση
Πηγές
[επεξεργασία]- mount (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- mount (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 634. ISBN 9780194325684., λήμμα: όρος1