mount

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mount (en)

  1. το όρος
    the mount Everest
  2. άλογο που το ιππεύει κάποιος
  3. ο αριθμός των ιππέων σε μια μονάδα ιππικού

Ρήμα[επεξεργασία]

mount (en)

  1. ανεβαίνω (π.χ σκαλιά, στη σέλα ενός αλόγου), καβαλάω
  2. στερεώνω ένα αντικείμενο σε μια βάση
  3. (πληροφορική) προσαρτώ μια μονάδα αποθήκευσης
  4. (αργκό) καβαλάω (έρχομαι σε σεξουαλική επαφή)
  5. εξαπολύω στρατιωτική επίθεση