outline

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈaʊtlaɪn/
 

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας outline
γ΄ ενικό ενεστώτα outlines
αόριστος outlined
παθητική μετοχή outlined
ενεργητική μετοχή outlining

outline (en)

  1. σχεδιάζω περίγραμμα
  2. σκιαγραφώ
  3. συνοψίζω
     συνώνυμα: summarize

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

outline (en)

  1. το περίγραμμα
  2. το σχεδιάγραμμα
    the outline of the essay
    το σχεδιάγραμμα της έκθεσης

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • outline στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια