paper

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

paper < παλαιά γαλλική papier < λατινική papyrus < αρχαία ελληνική πάπυρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

paper (en)

  • χαρτί
  • εφημερίδα
  • επιστημονική εργασία, συνήθως εργασία που έχει περάσει από αξιολόγηση πριν την δημοσίευσή της

The calculations in this newly published paper make it clear that the conjecture is false.

Οι υπολογισμοί σε αυτή την νεοδημοσιευμένη εργασία καθιστούν σαφές ότι η εικασία είναι εσφαλμένη.



Βασκικά (eu) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

paper (eu)



Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

paper (ca)