paper

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

paper < παλαιά γαλλική papier < λατινική papyrus < αρχαία ελληνική πάπυρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

paper (en)

  • χαρτί
  • εφημερίδα
  • επιστημονική εργασία, συνήθως εργασία που έχει περάσει από αξιολόγηση πριν την δημοσίευσή της

The calculations in this newly published paper make it clear that the conjecture is false.

Οι υπολογισμοί σε αυτή την νεοδημοσιευμένη εργασία καθιστούν σαφές ότι η εικασία είναι εσφαλμένη.



Βασκικά (eu) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

paper (eu)



Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

paper (ca)