pastor

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : păstor

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

pastor (en)

Open book 01.svg Ρήμα[]

pastor (en)


Αρχαία γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400 []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
cas sujet pastre pastor
cas régime pastor pastors

pastor

  1. ο βοσκός

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

Στην cas sujet του ενικού, μπορεί (ή όχι) να υπάρχει ένα αναλογικό s.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

pastor < pasco < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peh- (προστατεύω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

pastor (la) αρσενικό

  1. βοσκός
  2. ποιμένας
  3. ορνιθοτρόφος

Plume ombre.png Κλίση[]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική pastor pastorēs
γενική pastoris pastorum
δοτική pastorī pastoribus
αιτιατική pastorem pastorēs
κλητική pastor pastorēs
αφαιρετική pastore pastoribus
(γ' κλίση)

Flag of Romania.svg Ρουμανικά (ro) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

pastor (ro) αρσενικό

  1. ο πάστορας

Plume ombre.png Κλίση[]