πάστορας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάστορας < ελληνιστική κοινή πάστωρ < λατινική pastor (ποιμένας)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάστορας αρσενικό

  1. προτεστάντης ιερέας


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]