pielęgniarz

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) pielęgniarz pielęgniarze
γενική (dopełniacz) pielęgniarza pielęgniarzy
δοτική (celownik) pielęgniarzowi pielęgniarzom
αιτιατική (biernik) pielęgniarza pielęgniarzy
οργανική (narzędnik) pielęgniarzem pielęgniarzami
τοπική (miejscownik) pielęgniarzu pielęgniarzach
κλητική (wołacz) pielęgniarzu pielęgniarze

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pielęgniarz < pielęgnować

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pielęgniarz (pl) αρσενικό

  1. ο νοσοκόμος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: pielęgnować