νοσοκόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νοσοκόμος νοσοκόμοι
γενική νοσοκόμου νοσοκόμων
αιτιατική νοσοκόμο νοσοκόμους
κλητική νοσοκόμε νοσοκόμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νοσοκόμος < ελληνιστική κοινή νοσοκόμος < αρχαία ελληνική νόσος + κομέω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɔ.sɔ.ˈkɔ.mɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νοσοκόμος αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό: & νοσοκόμα)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]