protagonista

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

protagonista (it)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) protagonista protagoniści
γενική (dopełniacz) protagonisty protagonistów
δοτική (celownik) protagoniście protagonistom
αιτιατική (biernik) protagonistę protagonistów
οργανική (narzędnik) protagonistą protagonistami
τοπική (miejscownik) protagoniście protagonistach
κλητική (wołacz) protagonisto protagoniści

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

protagonista (pl) αρσενικό

  1. ο πρωταγωνιστής