regularly

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
παραθετικά
θετικός regularly
συγκριτικός more regularly
υπερθετικός most regularly

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
regularly < regular + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

regularly (en)

  1. τακτικά, σε τακτικά διαστήματα, για κάτι που επαναλαμβάνεται κατά κανονικά
    He pays his employees regularly.
    Πληρώνει τακτικά τους υπαλλήλους του.
  2. τακτικά, συχνά
    He writes his parents regularly.
    Γράφει τακτικά στους γονείς του.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη normally
  3. (γραμματική) ομαλά
    There are regularly and irregularly declined nouns.
    Υπάρχουν ουσιαστικά που κλίνονται ομαλά και (άλλα που κλίνονται) ανώμαλα.
     αντώνυμα: irregularly