regularly

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

regularly < regular

Επίρρημα[επεξεργασία]

regularly (en)

  1. (γραμματική) ομαλά
     αντώνυμα: irregularly
    there are regularly and irregularly declined nouns - υπάρχουν ουσιαστικά που κλίνονται ομαλά και (άλλα που κλίνονται) ανώμαλα