separate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

separate (en) (χωρίς παραθετικά)

  • χωριστός, ανεξάρτητος
    The car can be disassembled into many separate pieces.
    Το αυτοκίνητο μπορεί να αποσυναρμολογηθεί σε πολλά ανεξάρτητα μέρη.

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας separate
γ΄ ενικό ενεστώτα separates
αόριστος separated
παθητική μετοχή separated
ενεργητική μετοχή separating

separate (en)

  1. χωρίζω
  2. διαχωρίζω
  3. (μεταβατικό) ξεχωρίζω, χωρίζω κατά κατηγορίες ομάδες αντικειμένων ή ανθρώπων
    I am separating the good apples from the bad.
    Ξεχωρίζω τα καλά μήλα από τα χαλασμένα.
     συνώνυμα: sort out
  4. (μαγειρική) κόβω (για σάλτσες, με την έννοια του ανεπιθύμητου αποτελέσματος)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]