separate

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

separate (en)

  1. χωρίζω
  2. διαχωρίζω
  3. (μαγειρική) κόβω με την έννοια του ανεπιθύμητου αποτελέσματος, π.χ. η σάλτσα που κόβει

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

separate (en)

  1. χωριστός, ανεξάρτητος
    the car can be disassembled into many separate pieces - το αυτοκίνητο μπορεί να αποσυναρμολογηθεί σε πολλά ανεξάρτητα μέρη