shooting

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

shooting (en)

  1. μετοχή ενεστώτα του ρήματος shoot

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

shooting (en)

  1. πυροβολισμός
  2. η σκοποβολή ή η βολή με πυροβόλο όπλο ως άθλημα ή ψυχαγωγία (άκλιτο)
  3. γύρισμα ταινίας
  4. επαγγελματική φωτογράφιση
  5. βλαστάρι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

shooting (en)

  1. ξαφνικός, οξύς (π.χ. πόνος)