Μετάβαση στο περιεχόμενο

swallow

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
swallow swallows

swallow (en)

  1. (πτηνό) το χελιδόνι
  2. η κίνηση της κατάποσης
  3. (παρωχημένο) χάσμα στο έδαφος
ενεστώτας swallow
γ΄ ενικό ενεστώτα swallows
αόριστος swallowed
παθητική μετοχή swallowed
ενεργητική μετοχή swallowing

swallow (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) καταπίνω, κατεβάζω στον οισοφάγο και στο στομάχι μου υγρή ή στέρεη τροφή
    παράδειγμα  I can’t swallow this medicine.
    Δεν μπορώ να καταπιώ αυτό το φάρμακο.
    παράδειγμα  He swallowed the plum whole.
    Κατάπιε το δαμάσκηνο ολόκληρο.
    παράδειγμα  I swallowed the water the wrong way and nearly choked!
    Στραβοκατάπια το νερό και κόντεψα να πνιγώ!
  2. (μεταβατικό) ρουφάω, καταπίνω, χάνομαι μέσα, παίρνω κάποιον ή κάτι μέσα ή το καλύπτω εντελώς, ώστε να μην μπορεί πλέον να εμφανίζεται ή να υπάρχει ξεχωριστά
    παράδειγμα  It was as if the earth swallowed them up.
    Ήταν σα να τους ρούφηξε/κατάπιε η γη.
    παράδειγμα  The airplane was swallowed (up) in the clouds.
    Το αεροπλάνο χάθηκε μέσα στα σύννεφα.
  3. (μεταβατικό) καταναλώνω κάτι εντελώς, ειδικά ένα χρηματικό ποσό
    παράδειγμα  The loan was swallowed (up) in useless projects.
    Το δάνειο καταναλώθηκε σε άχρηστα έργα.
  4. (μεταβατικό) καταπίνω, πιστεύω ότι κάτι είναι αλήθεια
    παράδειγμα  I am not going to swallow your lies.
    Δεν πρόκειται να καταπιώ τα ψέματά σου.
  5. (μεταβατικό) καταπίνω, συγκρατώ τα συναισθήματά μου
    παράδειγμα  He swallowed his indignation.
    Κατάπιε την αγανάκτησή του.
    παράδειγμα  I swallowed my anger.
    Συγκράτησα το θυμό μου.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη stifle
  6. (μεταβατικό) καταπίνω, δέχομαι προσβλητικά σχόλια, κριτικές κτλ. χωρίς παράπονο ή διαμαρτυρία
    παράδειγμα  She swallowed the insult.
    Κατάπιε την προσβολή.