tempo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

tempo < temp + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική tempo tempoj
αιτιατική tempon tempojn

tempo (eo)



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

tempo 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tempo (it) αρσενικό

  1. ο καιρός
  2. ο χρόνος



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtɛ̃mpɔ/
tempo 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tempo (pl) ουδέτερο

  1. (μουσική) ο χρόνος, το τέμπο
  2. (κατ’ επέκταση) η ταχύτητα εκτέλεσης ενός έργου, μιας διαδικασίας



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
tempo tempos

tempo (pt) αρσενικό

  1. ο καιρός