αεροσκάφος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αεροσκάφος | αεροσκάφη |
| γενική | αεροσκάφους | αεροσκαφών |
| αιτιατική | αεροσκάφος | αεροσκάφη |
| κλητική | αεροσκάφος | αεροσκάφη |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.ɛ.ɾɔ.ˈska.fɔs/
[
]
Ουσιαστικό
αεροσκάφος ουδέτερο