αναποφάσιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αναποφάσιστος αναποφάσιστη αναποφάσιστο
γενική αναποφάσιστου αναποφάσιστης αναποφάσιστου
αιτιατική αναποφάσιστο αναποφάσιστη αναποφάσιστο
κλητική αναποφάσιστε αναποφάσιστη αναποφάσιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναποφάσιστοι αναποφάσιστες αναποφάσιστα
γενική αναποφάσιστων αναποφάσιστων αναποφάσιστων
αιτιατική αναποφάσιστους αναποφάσιστες αναποφάσιστα
κλητική αναποφάσιστοι αναποφάσιστες αναποφάσιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναποφάσιστος < α στερητικό και αποφασίζω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[]

αναποφάσιστος

  1. ο μη αποφασιστικός, ο διστακτικός, που δεν μπορεί να επιλέξει και αντιμετωπίζει δίλημμα, που μένει μετέωρος, ίσως άπραγος, παθητικός

32πχ Μεταφράσεις[]