δίλημμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίλημμα διλήμματα
γενική διλήμματος διλημμάτων
αιτιατική δίλημμα διλήμματα
κλητική δίλημμα διλήμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δίλημμα < ελληνιστική κοινή δίλημμα < δύο + λήμμα (λαμβάνω) (διφορούμενη πρόταση, αυτή που έχει δύο έννοιες)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δίλημμα ουδέτερο

  1. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος όταν έχει δύο ή περισσότερες επιλογές που όμως είναι και οι δύο αβέβαιες ή παρουσιαζουν και οι δύο δυσκολίες

32πχ Μεταφράσεις[]