δίλημμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δίλημμα | διλήμματα |
| γενική | διλήμματος | διλημμάτων |
| αιτιατική | δίλημμα | διλήμματα |
| κλητική | δίλημμα | διλήμματα |
[
]
Ετυμολογία
- δίλημμα < ελληνιστική κοινή δίλημμα < δύο + λήμμα (λαμβάνω) (διφορούμενη πρόταση, αυτή που έχει δύο έννοιες)
[
]
Ουσιαστικό
δίλημμα ουδέτερο
- η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος όταν έχει δύο ή περισσότερες επιλογές που όμως είναι και οι δύο αβέβαιες ή παρουσιαζουν και οι δύο δυσκολίες