αυτός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αυτός < αρχαία ελληνική αὐτός
[
]
Προφορά
[
]
Αντωνυμία
αυτός αρσενικό, αυτή θηλυκό, αυτό ουδέτερο
- (προσωπική) τρίτο ενικό πρόσωπο, → δείτε τη λέξη: εγώ
- (δεικτική) δηλώνει κάποιον ή κάτι που είναι τοπικά ή χρονικά κοντά
- Αυτοί που μπήκαν μόλις τώρα.
- Αυτό είναι το σπίτι μου.
- Μη με κοιτάς με αυτό το ύφος!
- (οριστική) δηλώνει έμφαση και σημαίνει ο ίδιος
- Αυτό λέω κι εγώ.
- με άρθρο
- το αυτό επιθυμώ και για σας
- όταν προηγείται "και"
- και αυτοί ακόμα δεν το γνώριζαν
- ή επιτακτικά όταν ακολουθεί "ο ίδιος"
- μ' αυτά τα ίδια του τα χέρια
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
αυτός