δημότης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- δημότης < αρχαία ελληνική δημότης
Ουσιαστικό [
]
δημότης αρσενικό, δημότισσα θηλυκό
- ο πολίτης που είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα ενός δήμου
[
]
Μεταφράσεις [
]
δημότης
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ουσιαστικό [
]
δημότης αρσενικό, δημότις θηλυκό
- άνθρωπος του λαού, ένας κοινός άνθρωπος
- ιδιώτης
- συμπολίτης
- αυτός που ήταν εγγεγραμμένος στα μητρώα ενός δήμου της αρχαίας Αττικής
[
]
- Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883