δημότης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δημότης < αρχαία ελληνική δημότης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δημότης αρσενικό, δημότισσα θηλυκό

  1. ο πολίτης που είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα ενός δήμου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δημότης αρσενικό, δημότις θηλυκό

  1. άνθρωπος του λαού, ένας κοινός άνθρωπος
  2. ιδιώτης
  3. συμπολίτης
  4. αυτός που ήταν εγγεγραμμένος στα μητρώα ενός δήμου της αρχαίας Αττικής

Αναφορές []

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883