διαιρετέος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | διαιρετέος | διαιρετέοι |
| γενική | διαιρετέου | διαιρετέων |
| αιτιατική | διαιρετέο | διαιρετέους |
| κλητική | διαιρετέε | διαιρετέοι |
Ετυμολογία [
]
- διαιρετέος < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίθετο [
]
διαιρετέος
- αριθμός ή ποσότητα που πρόκειται να διαιρεθεί
Ουσιαστικό [
]
διαιρετέος αρσενικό
- (μαθηματικά) ο αριθμητής του κλάσματος, ο αριθμός ο οποίος πρόκειται να διαιρεθεί με τον παρονομαστή ή διαιρέτη