εγκρατής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐγκρατής

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εγκρατής < αρχαία ελληνική ἐγκρατής < ἐν + κράτος ("δύναμη")

Open book 01.svg Επίθετο[]

εγκρατής, -ής, -ές

  1. που δείχνει αυτοσυγκράτηση ως προς τις σωματικές ηδονές
  2. ο γερός, ο καλός, αυτός που κατέχει (γνωρίζει) καλά ένα αντικείμενο
    εγκρατής φιλόλογος

32πχ Μεταφράσεις[]