κάκτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάκτος κάκτοι
γενική κάκτου κάκτων
αιτιατική κάκτο κάκτους
κλητική κάκτε κάκτοι
αγκάθια ενός κάκτου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κάκτος < αρχαία ελληνική , ονομασία για είδος αγκαθωτής αγκινάρας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κάκτος αρσενικό

32πχ Μεταφράσεις[]