ξηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός
ονομαστική ξηρός ξηρή ξηρό
γενική ξηρού ξηρής ξηρού
αιτιατική ξηρό ξηρή ξηρό
κλητική ξηρέ ξηρή ξηρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξηροί ξηρές ξηρά
γενική ξηρών ξηρών ξηρών
αιτιατική ξηρούς ξηρές ξηρά
κλητική ξηροί ξηρές ξηρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξηρός < αρχαία ελληνική ξηρός

Open book 01.svg Επίθετο[]

ξηρός -ή/ά -ό (το θηλυκό επίσης ονομ. ξηρά, γεν. ξηράς, αιτ. ξηρά)

  • ο ξερός, κυρίως για επιστημονικούς όρους ή καθιερωμένες εκφράσεις
  • Ο κτηνίατρος μου συνέστησε για το σκύλο ξηρά τροφή, αλλά αυτός προτιμάει το πιάτο μου
  • έπνεε ξηρός άνεμος - έχει πολύ ξηρή ατμόσφαιρα
  • ξηρός λευκός οίνος
  • ξηρός πάγος
  • κατά την παραγωγή ξηρού αερίου (dry gas)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]


32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξηρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα, συγγενές του λατινικού serenus
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ξηρός ξηρά ξηρόν ξηροί ξηραί ξηρά
Γενική ξηροῦ ξηρᾶς ξηροῦ ξηρῶν ξηρῶν ξηρῶν
Δοτική ξηρῷ ξηρᾷ ξηρῷ ξηροῖς ξηραῖς ξηροῖς
Αιτιατική ξηρόν ξηράν ξηρόν ξηρούς ξηράς ξηρά
Κλητική ξηρέ ξηρά ξηρόν ξηροί ξηραί ξηρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ξηρώ ξηρά
Γενική-Δοτική ξηροῖν ξηραῖν

Open book 01.svg Επίθετο[]

ξηρός, -ά, -όν (και ιωνικός τύπος ξερός)

  1. ξηρός, ξερός
    • χειμάρρους ξηροὺς ὕδατος
    • μέτρα ξηρά τε καὶ ὑγρά (μέτρα και σταθμά)
  2. ισχνός, αδύνατος, ξερακιανός
  3. στεγνός
    • πραγματεία ἀτερπὴς καὶ ξηρά
  4. τραχύς, σκληρός αυστηρός, εγκρατής, που κάνει νηστεία
    • ξηροῖς ἀκλαύτοις ὄμμασιν
    • ξηρός τρόπος
  5. το ουδέτερο και το θηλυκό ως ουσιαστικά, η ξηρά, η γη
    • ναῦς ἐπὶ τοῦ ξηροῦ ποιεῖν
  6. το θηλυκό ως ουσιαστικό και για ένα χώρο του λουτρού, χωρίς νερό, αλλά με ζέστη, σαν το χαμάμ

Εκφράσεις[]

  • ξηρόν γάλα : το ωριμασμένο τυρί (και τυρός)
  • ἐν ξηροῖσιν ἐκτρέφειν (το να τρώει κανείς ξηρά τροφή, συνήθως εννοουμένης των δημητριακών)
  • καρπός ξηρός τα δημητριακά, σε αντιδιαστολή προς τον ξύλινον καρπόν (το φρούτο του δέντρου, αλλά και το λάδι και το κρασί)
  • ξηρά κοιλίη : η δυσκοιλιότητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]