νηστεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νηστεία νηστείες
γενική νηστείας νηστειών
αιτιατική νηστεία νηστείες
κλητική νηστεία νηστείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νηστεία < αρχαία ελληνική νηστεία < νηστεύω < νη- + ἐσθίω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ni.ˈsti.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νηστεία θηλυκό

νηστεία από κρέας
  • (εκκλησιαστικός όρος) αποχή από ορισμένα φαγητά σε προκαθορισμένες εποχές
πέρασε όλη του τη ζωή με νηστεία και προσευχή
  • (κατ' επέκταση) το χρονικό διάστημα της νηστείας
η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

δείτε τη λέξη: νηστεύω

32πχ Μεταφράσεις[]