κάστρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάστρο κάστρα
γενική κάστρου κάστρων
αιτιατική κάστρο κάστρα
κλητική κάστρο κάστρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάστρο < μεσαιωνική ελληνική κάστρον < λατινική castrum

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈka.stɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

το κάστρο στο Lenzburg (Ελβετία)

κάστρο ουδέτερο

  1. ψηλό κτίσμα με οχυρώσεις που χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη των πόλεων
  2. (συνεκδοχικά) το τείχος που περιέβαλλε τις πόλεις και τις προστάτευε από τις εχθρικές επιδρομές
  3. (μεταφορικά) αυτός που έχει ισχυρές βάσεις που δεν μπορούν να κλονιστούν εύκολα ή προβάλλει σθεναρή αντίσταση
  4. (συνεκδοχικά) καθετί που λειτουργεί ως εγγυητής και υπερασπιστής (αξιών θεσμών, ιδεών)
    το κάστρο της Ορθοδοξίας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]