καθήκον
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καθήκον | καθήκοντα |
| γενική | καθήκοντος | καθηκόντων |
| αιτιατική | καθήκον | καθήκοντα |
| κλητική | καθήκον | καθήκοντα |
[
]
Ετυμολογία
- καθήκον < αρχαία ελληνική τα καθήκοντα < μετοχή του καθήκω (είμαι κατάλληλος για κάτι)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ka.ˈθi.kɔn/
[
]
Ουσιαστικό
καθήκον ουδέτερο
- αυτό που οφείλει να πράξει κάποιος, ακολουθώντας γραπτούς ή άγραφους κανόνες, τη συνείδηση ή τη θρησκεία, την κοινωνία, το έθιμο ή τον ηθικό νόμο
- επαγγελματικά καθήκοντα, οικογενειακό καθήκον, ηθικό καθήκον
- η υπηρεσία ενός λειτουργού ή δημόσιο αξίωμα
[
] Εκφράσεις
- άνθρωπος του καθήκοντος : αυτός που εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, θέτοντάς τις πάνω από τις προσωπικές του επιθυμίες
- απαλλάσσω/απομακρύνω κάποιον από τα καθήκοντά του : απολύω, απομακρύνω κάποιον από δημόσιο αξίωμα
- σύγκρουση καθηκόντων : για τις περιπτώσεις που η τήρηση ενός καθήκοντος εξαρτάται από την αθέτηση ενός άλλου
- συζυγικά καθήκοντα : η σεξουαλική επαφή μεταξύ συζύγων (νοούμενη ως αμοιβαία υποχρέωσή τους)
- υπέρβαση καθηκόντων : για τις περιπτώσεις που ένας υπάλληλος ή μια υπηρεσία οικειοποιείται κάποια εξουσία, η οποία δεν εμπίπτει τις επίσημες δικαιοδοσίες του/της