καταδρομή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταδρομή καταδρομές
γενική καταδρομής καταδρομών
αιτιατική καταδρομή καταδρομές
κλητική καταδρομή καταδρομές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καταδρομή < αρχαία ελληνική καταδρομή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καταδρομή θηλυκό

  1. επιθετική ενέργεια που έχει το στοιχείο του αιφνιδιασμού
  2. (μεταφορικά) κατατρεγμός που επιφέρει συμφορές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική καταδρομή καταδρομά καταδρομαί
Γενική καταδρομῆς καταδρομαῖν καταδρομῶν
Δοτική καταδρομ καταδρομαῖν καταδρομαῖς
Αιτιατική καταδρομήν καταδρομά καταδρομάς
Κλητική καταδρομή καταδρομά καταδρομαί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καταδρομή < κατά + δρομή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *der- (τρέχω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καταδρομή θηλυκό

  1. επιδρομή
  2. εισβολή
  3. (μεταφορικά) προσβολή, όνειδος, ονειδισμός
  4. τρύπα στη γη ως φωλιά ζώων ή πτηνών