κοίτη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κοίτη < αρχαία ελληνική κοίτη
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κοίτη θηλυκό
- το κοίλο τμήμα του εδάφους μέσα στο οποίο κυλάει το ποτάμι, το ρυάκι κλπ.
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
κοίτη < κεῖμαι
[
]
Ουσιαστικό
κοίτη θηλυκό