κοτόπουλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοτόπουλο κοτόπουλα
γενική κοτόπουλου κοτόπουλων
αιτιατική κοτόπουλο κοτόπουλα
κλητική κοτόπουλο κοτόπουλα
άσπρο κοτόπουλο
κότα με κοτόπουλα
ψητό κοτόπουλο

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κοτόπουλο < κότα + -όπουλο < λατινική pullus (νεοσσός)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /kɔ.'tɔ.pu.lɔ/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κοτόπουλο

η αυλή μας είναι γεμάτη κοτόπουλα.
αγόρασα από τον χασάπη ένα κοτόπουλο
βάλε μου μισό κοτόπουλο και μία μερίδα πατάτες τηγανητές
πήρα μια μερίδα φιλέτο κοτόπουλο
παρακαλώ, ένα σουβλάκι κοτόπουλο

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Εκφράσεις

  • έπεσε σαν κοτόπουλο : κοιμήθηκε αμέσως, έπεσε-σκοτώθηκε σχεδόν ακαριαία.

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες