κρόταφος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κρόταφος | κρόταφοι |
| γενική | κροτάφου | κροτάφων |
| αιτιατική | κρόταφο | κροτάφους |
| κλητική | κρόταφε | κρόταφοι |
[
]
Ετυμολογία
- κρόταφος < αρχαία ελληνική κρόταφος
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ˈkɾɔ.ta.fɔs/
[
]
Ουσιαστικό
κρόταφος αρσενικό
- το αριστερό και δεξιό πλαϊνό μέρος του κρανίου, μεταξύ της οφθαλμικής κόγχης και του αφτιού
- με το πιστόλι στον κρόταφο
- η γοητεία των γκρίζων κροτάφων
[
]
Συνώνυμα
- (λαϊκό) ριζάφτι