κρόταφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρόταφος κρόταφοι
γενική κροτάφου κροτάφων
αιτιατική κρόταφο κροτάφους
κλητική κρόταφε κρόταφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κρόταφος < αρχαία ελληνική κρόταφος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈkɾɔ.ta.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κρόταφος αρσενικό

  • το αριστερό και δεξιό πλαϊνό μέρος του κρανίου, μεταξύ της οφθαλμικής κόγχης και του αφτιού
με το πιστόλι στον κρόταφο
η γοητεία των γκρίζων κροτάφων

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]