μάνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάνα μάνες
γενική μάνας
αιτιατική μάνα μάνες
κλητική μάνα μάνες
στον πληθυντικό χρησιμοποιείται και το μανάδες, μανάδων

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάνα < μάννα < αρχαία ελληνική μάμμη

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

μάνα θηλυκό και μάννα

  1. μητέρα
  2. η ξύλινη βάση του χαρταετού
  3. παίκτης με κεντρικό ή ιδιαίτερο ρόλο σε διάφορα παιχνίδια
  4. (τάβλι) η θέση από όπου "ξεκινάει" κάποιος (στα περισσότερα παιχνίδια)

Εκφράσεις []

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις []

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις []

  • η γραφή με δύο νι θεωρείται ετυμολογικά ορθότερη

32πχ Μεταφράσεις []