μαχαίρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαχαίρι μαχαίρια
γενική μαχαιριού μαχαιριών
αιτιατική μαχαίρι μαχαίρια
κλητική μαχαίρι μαχαίρια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μαχαίρι < αρχαία ελληνική μαχαίριον, υποκοριστικό του μάχαιρα

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ma.ˈçɛ.ɾi/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ένα μαχαίρι

μαχαίρι ουδέτερο

  1. όργανο με χειρολαβή και μεταλλική λεπίδα κοφτερή στη μία από τις δύο ακμές της, που χρησιμοποιείται για κόψιμο
    "Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο / ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι..." (Νίκος Καββαδίας)
  2. χειρουργικό εργαλείο, νυστέρι
  3. (συνεκδοχικά) η χειρουργική επέμβαση
    τον πάνε για μαχαίρι

[] Εκφράσεις

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

και

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες