μοναχός

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μοναχός < μόνος

Open book 01.svg Ουσιαστικό

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική μοναχός μοναχοί
Γενική μοναχού μοναχών
Αιτιατική μοναχό μοναχούς
Κλητική μοναχέ μοναχοί

μοναχός αρσενικό, μοναχή θηλυκό

  1. αυτός που έχει αποσυρθεί από τα εγκόσμια για να μονάσει και να αφιερωθεί στο θεό, συνήθως ως μέλος μιας κοινότητας ή αδελφότητας που κατοικεί σε μια μονή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Συγγενικές λέξεις

Open book 01.svg Επίθετο

Πτώση Ενικός
Ονομαστική μοναχός μοναχή μοναχό
Γενική μοναχού μοναχής μοναχού
Αιτιατική μοναχό μοναχή μοναχό
Κλητική μοναχέ μοναχή μοναχό
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική μοναχοί μοναχές μοναχά
Γενική μοναχών μοναχών μοναχών
Αιτιατική μοναχούς μοναχές μοναχά
Κλητική μοναχοί μοναχές μοναχά

μοναχός, ή, ό και μονάχος

  • που απέμεινε μόνος, δίχως συντροφιά


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

μόνος